αὐλείτης

αὐλείτης, ου, ,
A = αὐλίτης, A.R.4.1487 codd.; for Bocot. αὐλειτάς v. αὐλητής.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὐλείτης — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυλείτης — ο βλ. αυλίτης …   Dictionary of Greek

  • αυλίτης — αὐλίτης και αὐλείτης, ο (Α) [αυλή] υπηρέτης αγροτικής κατοικίας …   Dictionary of Greek

  • αὐλεῖται — αὐλέω play on the flute pres ind mp 3rd sg (attic epic) αὐλείτης masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.